68 - Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Της ανοίξεως μια μέρα, ότ’ εις όλον τον αιθέρα επλανώντο αι φωναί των πτηνών, ευρέθην τότε, τας σκιάς ο Φοίβος ότε απετίνασσ’ εκ της γης, εις κοιλάδα ευθελεστάτην την οποίαν τερπνοτάτην έκαμν’ ένας ποταμός. Εις τας όχθας του απλωμένος εστεκόμην εσκεμμένος και τη φύσιν θεωρών. Περιέργως θεωρούσα και μεγάλως απορούσα δυο πλησίον φωλεάς. Αίφνης βλέπω δυο τρυγόνας κι άλλας δύο αηδόνας να εξέλθουν απ’ αυτάς. Σ’ έναν κλάδον αναβαίνουν, προς τον ήλιον πηγαίνουν και απλώνουν τα πτερά. Απ’ αυτά όλα βρεγμένα και σχεδόν κατεψυγμένα να τινάζουν προσπαθούν την ψυχράν εκείνην δρόσον, από την οποίαν όσον ημπορούσαν τα πτερά είχον όλα προφυλάξει, έμφοβοι, μήπως πειράξει τα μικρά των νεογνά. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Της ανοίξεως μια μέρα, ότ’ εις όλον τον αιθέρα επλανώντο αι φωναί των πτηνών, ευρέθην τότε, τας σκιάς ο Φοίβος ότε απετίνασσ’ εκ της γης, εις κοιλάδα ευθελεστάτην την οποίαν τερπνοτάτην έκαμν’ ένας ποταμός. Εις τας όχθας του απλωμένος εστεκόμην εσκεμμένος και τη φύσιν θεωρών. Περιέργως θεωρούσα και μεγάλως απορούσα δυο πλησίον φωλεάς. Αίφνης βλέπω δυο τρυγόνας κι άλλας δύο αηδόνας να εξέλθουν απ’ αυτάς. Σ’ έναν κλάδον αναβαίνουν, προς τον ήλιον πηγαίνουν και απλώνουν τα πτερά. Απ’ αυτά όλα βρεγμένα και σχεδόν κατεψυγμένα να τινάζουν προσπαθούν την ψυχράν εκείνην δρόσον, από την οποίαν όσον ημπορούσαν τα πτερά είχον όλα προφυλάξει, έμφοβοι, μήπως πειράξει τα μικρά των νεογνά. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης